30 March 2015

Durden Journals vol.2

Γεια χαρά. Η δομή του κειμένου αυτή τη φορά με βασάνισε. Ήθελα να γράψω χίλια δύο πράγματα, αλλά να είναι όσο πιο απλά και κατανοητά γίνεται, όντας ταυτόχρονα εξαιρετικά συνοπτικά ενώ θα έπρεπε να ειπωθούν πολλά περισσότερα. Δεν ξέρω αν το κατάφερα, αλλά ελπίζω να μην σας κουράσει ή να βαρεθείτε. Δεν θα είναι πάντα έτσι.
 
Πάμε; Πάμε. Αφορμές για το θέμα που θα καταπιαστώ αυτή τη φορά, στάθηκαν δύο διαφορετικά ερεθίσματα. Πρώτον, μια φράση που ακούγεται στο εξαιρετικό επεισόδιο της σειράς του Νίκου Τριανταφυλλίδη «Τα στέκια: Ιστορίες Αγοραίου πολιτισμού» με θέμα το δισκάδικο, και δεύτερον μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με  ένα επίσης «χαμηλοκουρδίσμενο» μέλος αυτού του μπλόγκ, σχετικά με το πόσες και σε τι είδους «φορμά» κάνουμε πια τις μουσικές αγορές μας. Η φράση στο ντοκιμαντέρ έλεγε πως τα cd πια αξίζουν μόνο για να διώχνουν τα περιστέρια στα μπαλκόνια, και η «χαμηλοκουρδισμένη» συζήτηση έδειχνε πως πλέον οι μπάντες και οι εταιρίες (ειδικά του «δικού μας» χώρου) προτιμούν ολοένα και περισσότερο να παρέχουν τη μουσική τους σε βινύλιο είτε/και σε mp3. Και για να σας προλάβω και να μην φύγετε ήδη, ΟΧΙ ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ “CD VS ΒΙΝΥΛΙΟ”. Είναι μάλλον μια πολιτισμική ματιά (λέγε με εκλαϊκευμένη ανθρωπολογική) στο γιατί το cd είναι πια το μαύρο πρόβατο των ακροατών/αγοραστών (χεβι)ροκ μουσικής σήμερα.
 
Για όσους συνεχίζετε και σε αυτήν την παράγραφο, αλλά παρ’ όλα αυτά θέλετε την τζούρα σας από μια τέτοια κόντρα, θα επισημάνω τα εξής χτυπητά δεδομένα, μόνο και μόνο για να δείξω την σχετικότητα ως προς τις ιδιότητες των μέσων :
-Ναι, το βινύλιο έχει υπο –αρκετές σε αριθμό- συνθήκες καλύτερο ήχο από το cd, εξαιτίας του ότι μπορεί να αποθηκεύσει όλο το εύρος του ηχητικού κύματος ενώ στο cd τα «περιττά» peaks της κυματομορφής κόβονται, και ο ήχος συμπιέζεται.
-Ναι, το βινύλιο έχει μεγαλύτερο artwork
-Ναι, το mp3 δεν πιάνει χώρο όπως το cd, και είναι ακόμη πιο φορητό.
Στα παραπάνω βέβαια μπορεί κανείς να αντιπαραθέσει ότι το cd ακούγεται σχεδόν σε όλα τα players το ίδιο, ότι τα φυσικά peaks στα οποία εμπεριέχεται η επιπλέον πληροφορία του βινυλίου, ελάχιστοι μπορούν να τα διακρίνουν στην πράξη όσο κι αν προσποιούνται (πχ ριξτε μια ματιά εδώ), ότι αν σβήσει ο σκληρός σου, έχασες όλα σου τα mp3, και ότι μια χαρά μπορείς να ευχαριστηθείς artwork και στίχους και στο booklet του cd.
 
Όμως και πάλι. Ας μην ξεφεύγουμε απ΄ το θέμα. Το ζήτημα για μένα δεν είναι ζήτημα αντικειμενικών ιδιοτήτων (ουσιοκρατικό) που έχουν τα συγκεκριμένα μέσα. Είναι θέμα πολιτισμικής επιλογής. Θέμα της νοοτροπίας/κουλτούρας αν θες, που έχει κάποιος μέσα στο κεφάλι του. Πως δημιουργείται αυτή; Εδώ είναι το ζουμί, αλλα σε παρακαλώ μην σταματήσεις να διαβάζεις τώρα. Τώρα αρχίζει το καλό.
 

Μερικά ακόμη χρήσιμα δεδομένα για την περαιτέρω ανάλυση (Ναι ρε συ, λίγη υπομονή):
 
Δεδομένο 1. Το γεγονός οτι σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες/πολιτισμούς παίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο η ανα-βίωση και η αναγωγή σε κάποιο εναρκτήριο ένδοξο παρελθόν, είτε αυτό υπήρξε, είτε αποτελεί κατασκευασμένο μύθο [Ενδεικτικά παραδείγματα, η αρχαία Ελλάδα, επίκληση σε διάφορες «εξέχουσες» προσωπικότητες στον τομέα τους (Βενιζέλος, Καζαντζίδης, Δομάζος) και γενικότερα μια τάση ότι «παλιά τα πράγματα ήταν ‘καλύτερα’, ‘αγνότερα’, πιο ‘αυθεντικά’ » κλπ].
 
Δεδομένο 2. Η φάση του ότι σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες/πολιτισμούς (τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970) οι άνθρωποι, τα πράγματα ή οι καταστάσεις που προκαλούν δυσμενείς συζητήσεις, ή που σκανδαλίζουν ή που προκαλούν δυσπιστία, ή που θεωρούνται «μιαροί» και εξοβελιστέοι μπαίνουν πάντα σε μια λογική ότι ανήκουν σε μεταιχμιακές καταστάσεις που είναι «συγχρόνως και άσπρο και μαύρο, μα ακριβώς τίποτα από τα δύο». Σκεφτείτε για παράδειγμα τον λόγο που οι βρικόλακες θεωρούνται τρομακτικοί (είναι συγχρόνως και νεκροί και ζωντανοί) ή με πόση προκατάληψη αντιμετωπίζονται οι τραβεστί (που έχουν συγχρόνως ανδρικά και γυναικεία χαρακτηριστικά) ή πως κάνουν τις διακρίσεις τους οι απανταχού πιουρίστες (pure), που θέλουν με ότι καταπιάνονται να είναι «αγνό», «καθαρό», και να ανήκει αυστηρά σε ένα συγκεκριμένο σύνολο, απορρίπτοντας οτιδήποτε ενδιάμεσο (βλέπε ΑΓΝΟ ΑΤΣΑΛΙ vs false metal).

Δεδομένο 3. Το γεγονός ότι η κατανάλωση συγκεκριμένων προϊόντων, ή η οικειοποίηση  συγκεκριμένων πρακτικών, προσδίδει μια σειρά πρόσθετων ιδιοτήτων σε αυτόν που τις διαλέγει, διακρίνοντάς τον από τους υπόλοιπους (πχ ο αξιωματικός φοράει γαλόνια για να διακρίνεται, αυτός που ψωνίζει από το Κολωνάκι «ξεχωρίζει από την πλέμπα», ο ελεγκάντ τύπος τρώει μόνο γκουρμεδιές και δεν καταδέχεται πατσά κλπ)

Ωραία ως εδώ; Στάκα να δούμε τώρα πως «κουμπώνουν» όλα αυτά μαζί στην περίπτωση του cd και του βινυλίου.

Πρώτα απ’ όλα (αντιστοίχηση με το «δεδομένο 1»), όπως όλες οι υπο-πολιτισμικές ομάδες (υπο-κουλτούρες αν θες) έτσι κι εμείς οι «(χεβι)ροκάδες» έχουμε τους ένδοξούς μας παρελθοντικούς μύθους. Πρώτα και καλύτερα τα 70s, οι Sabbath, οι Orange οι ενισχυτές και οι λάμπες τους, οι cult ταινίες τρόμου. Όπως και να το δεις, καταλαβαίνεις και μόνος σου, ότι σχεδόν αβίαστα προκύπτει ότι μέρος αυτής της ταυτότητας είναι ΚΑΙ το να ακούς αυτή τη μουσική με τον τρόπο που την ακούγανε (από κάθε άποψη) και τότε, στο πλαίσιο της αυθεντικότητας, της «πραγματικής» εμπειρίας, και της ασυναίσθητης αναγωγής στην «ένδοξη» εποχή.  Ε, και αν το καλοσκεφτείς στα 70ς δεν υπήρχαν cd…
 
Δεύτερον (αντιστοίχηση με το «δεδομένο 2»), δες την ίδια τη φύση του cd. Βρίσκεται κι αυτό στο μεταίχμιο μεταξύ ψηφιακού - αΰλου και του αναλογικού - χειροπιαστού μέσου. Από τη μια το βινύλιο απευθύνεται σε αυτούς που πάνε για την «φουλ έξτρα» εμπειρία/κατανάλωση/ανα-βίωση (ακόμη κι αν επι της ουσίας μιλάμε για μια κοινωνικά κατασκευασμένη «εμπειρία»). Από την άλλη, οι εταιρίες/μπάντες παρέχουν το υλικό τους και σε ψηφιακή μορφή αναλογιζόμενοι ότι 2015 έχουμε, mp3s παίζουν παντού (από τον τρόπο που ακούμε μουσική στο αυτοκίνητο, μέχρι τον τρόπο που αναπαράγεται ένα κομμάτι στο ραδιόφωνο), και πως πέρα από τους geek listeners, υπάρχουν πάντα και οι «αεριτζήδες» που είναι χαρούμενοι μόνο και μόνο με τον …«αέρα» των μουσικών αρχείων του σκληρού τους δίσκου (για να μην πω γι αυτούς που ακούνε από youtube - ναι για σένα τα λέω). Μέσα σε όλα αυτά αν συμπεριλάβεις τον τρόπο που σχεδόν μανιχαϊστικά (ναι, είμαι "σπουδαγμένο" παλικάρι  – το google είναι φίλος σου) αντιλαμβανόμαστε ακόμη και σήμερα (μεταμοντέρνα εποχή σου λέει) μια σειρά πραγμάτων με λογικές άσπρου-μαύρου, είναι σαφές ότι το «υβριδικό» σιντάκι, δεν ελκύει.
 
Τέλος (αντιστοίχηση με δεδομένο μάντεψε), συμπεριέλαβε και την όλη καταναλωτική πρακτική μέσα στο παιχνίδι. Επιλέγοντας το βινύλιο κάνεις -χωρίς να το καταλαβαίνεις- μια σειρά από επίκτητες «δηλώσεις». Για το ποιος είσαι, πως ακούς την μουσική, πως την αισθάνεσαι (η υλική του μορφή δεν είναι τυχαία), πως την βιώνεις. Και ενδεχομένως ακόμη πιο σημαντικά, αγοράζοντας βινύλιο, κάνεις μια δήλωση για το ποιος ΔΕΝ είσαι. Μεταξύ μας, όλοι ξέρουμε ότι τα βινύλιά σου τα έχεις στην άκρη και απλά τα ξεσκονίζεις ακούγοντάς τα σπάνια ή και καθόλου. Η «δήλωσή» σου όμως παραμένει σημαντική. Πρώτον, την ώρα που το αγοράζεις στο live ή στο δισκάδικο, και δεύτερον, όταν σκέφτεσαι μέσα σου το μεγαλείο μιας μπάντας ή ενός δίσκου και κλείνεις τα μάτια χαμογελώντας λέγοντας «αυτό ΤΟ ΕΧΩ σε βινύλιο». Έτσι, πολύ απλά ένας ακόμη λόγος που το βινύλιο έχει προβάδισμα έναντι του cd, είναι ότι στη συγκεκριμένη συγκυρία και στις συγκεκριμένες μουσικές, οι «δηλώσεις» που κάνει κάποιος με την αγορά βινυλίου λένε περισσότερα από τις αντίστοιχες «δηλώσεις» που κάνει κάποιος αγοραστής cd.
 
Αυτά που λες. Ελπίζω να μην σε κούρασα, αλλά να ξέρεις πως αυτά που μόλις διάβασες είναι το ένα χιλιοστό μιας εξαιρετικά επιδερμικής προσέγγισης για ένα θέμα που ανετα θα σήκωνε ανθρωπολογική διατριβή, χωρίς πλάκα. Την άλλη φορά θα επανέλθω με κάτι πιο μικρό και πιο άμεσο. Αη πρόμις.

Υ/Γ1. Είμαι υπέρ του cd, έχω μερικές εκατοντάδες από αυτά και συνεχίζω να τα αγοράζω ακόμα. Δεν έχω πικάπ και έχω μόλις 2 βινύλια. Αν είσαι 30χρονος που προέρχεσαι από heavy metal ακούσματα και στο σπίτι δεν είχατε ποτέ πικαπ παίζει και να καταλαβαίνεις. Ένας ακόμη λόγος για το παρόν κείμενο, είναι και το ότι βλέποντας το ντοκιμαντεράκι που ανέφερα, ένιωθα ότι είμαι κι εγώ ένας από αυτούς τους «φετιχιστές του φυσικού προϊόντος» που μαζεύουν κι ακούν ευλαβικά δίσκους. Όταν άκουσα όμως την προαναφερθείσα ατάκα με τα περιστέρια, ένιωσα σαν να μου κλέβουν αυτό το συναίσθημα.
 
Υ/Γ2. Αν διαβάζεις Downtuned και είσαι ανθρωπολόγος, πρώτον γιατί δε σε ξέρω; Και δεύτερον, μη μου κάνεις κριτική για την παλιομοδίτικη «δομική» προσέγγιση, την  έλλειψη επισήμανσης της μουσικής ακρόασης ως performance/τελετουργίας αναβίωσης και για το σύγχρονο συμφραζόμενο πολλαπλών ταυτοτήτων που επικρατεί στη σύγχρονη ύστερη νεοτερικότητα. Σε 3 σελίδες αυτά δε γράφονται :P
 
Υ/Γ3.  Δίσκος – πρόταση για αυτή τη φορά, όχι από τα «φρέσκα» αλλά από το ξεθάβιγκ session: “Grandloom – Sunburst” Γερμανικό ψυχεδελικό στονερόκ, όπως πρέπει.

Vasilis Durden

0 comments :

Post a Comment