SUGGESTED RELEASES

RANDOM, PAST REVIEW

28 May 2015

[The 60's-70's Vault] Bang


      Ο σχηματισμός rock συγκροτήματος αποτελούμενο από τρία μέλη ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στα τέλη των 60s - αρχές των 70s. Και η αλήθεια είναι ότι για να παίξεις straight hard rock δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω από μία κιθάρα, ένα μπάσο και ένα σετ τύμπανα. Τα φωνητικά τα αναλάμβανε εκείνο το μέλος που είχε παραπάνω ταλέντο και μπορούσε ευκολότερα να διαχειριστεί τον διπλό ρόλο, ενώ τα απαραίτητα δεύτερα φωνητικά γίνονταν από τον ένα, τουλάχιστον, από τους υπόλοιπους δύο. Ένα τέτοιο συγκρότημα ήταν και οι Bang, από την Philadelphia της Pennsylvania, το οποίο δημιουργήθηκε τον Αύγουστο του 1969, αποτελούμενο από τους Frank Ferrara - φωνητικά και μπάσο, Frank Gilcken - κιθάρα και δεύτερα φωνητικά και Tony Diorio - τύμπανα. 


Υπογράφοντας στην Capitol Records, θυγατρική της πολυεθνικής ΕΜΙ, η μπάντα μπήκε στο στούντιο το 1971 για να ηχογραφήσει το ντεμπούτο της με τίτλο Death Of A Country. Η εταιρία βρήκε τον ήχο πρωτόγονο και τις συνθέσεις αντιεμπορικές έχοντας ως συνέπεια την μη κυκλοφορία του δίσκου, απαιτώντας από το συγκρότημα νέα κομμάτια και ηχογράφηση σε διάστημα μόλις δύο εβδομάδων. Στα τέλη της ίδιας χρονιάς έγραψαν οκτώ καινούργιες συνθέσεις, οι οποίες ναι μεν δεν ήταν πολύπλοκες, ο ήχος όμως είχε εμφανώς βαρύνει και το τελικό αποτέλεσμα δικαίως θεωρείται σήμερα μία από τις καλύτερες proto metal κυκλοφορίες. Η πρώτη επίσημη ομώνυμη δουλειά των Bang βγαίνει στα δισκοπωλεία το 1972, ενώ είχε προηγηθεί το 7'' single Questions, το οποίο μάλιστα καταφέρνει να κάνει σχετική επιτυχία στο Billboard. Το Bang ξεκινάει δυναμικά και βαριά με τα Lions, Christians και The Queen, τα οποία είναι προσωπικά αγαπημένα μαζί με τα δύο επόμενα, τα Last Will και Come With Me. Οι ταχύτητες του δίσκου κινούνται σε mid tempo πλαίσια, ο ήχος είναι βαρύς αλλά αρκετά καθαρός ώστε να διακρίνεις τις νότες με ευκολία και τα ακατέργαστα φωνητικά του Ferrara δένουν άψογα με το στυλ των κομματιών. Μοναδική ένσταση του γράφοντος, το delay - reverse effect που μπήκε στα τύμπανα του Future Shock, το οποίο ακούγεται εκνευριστικό και άκυρο. Το επίσημο ντεμπούτο των Bang αποτελεί πραγματικό must για τους λάτρεις του τότε ακραίου ήχου όπως καθιερώθηκε από τις μεγάλες μπάντες της δεκαετίας του 1970.

                                      

Μετά από κάποια live όπου και άνοιξαν για τους Black Sabbath και Deep Purple μεταξύ άλλων, οι Bang εισέρχονται στο στούντιο το 1972 για την ηχογράφηση του δεύτερου δίσκου τους, Mother/Bow To The King. Ο καινούργιος παραγωγός φέρνει δικό του session drummer προς έκπληξη της μπάντας, μετά από νέα απαίτηση της Capitol και ενώ ο Diorio είχε ήδη γράψει όλους τους στίχους στα κομμάτια. Όπως και να έχει, οι οκτώ νέες συνθέσεις φανερώνουν πρόοδο όσον αφορά στην ποιότητα και δημιουργία, ενώ η διακριτική προσθήκη mellotron σε σημεία, προσδίδει ένα επιπλέον ενδιαφέρον. Η πρώτη πλευρά συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο με το ντεμπούτο τους, δηλαδή καλοπαιγμένο heavy rock, με καλύτερο ήχο και πιο σταθερό-τεχνικό παίξιμο στα τύμπανα από τον Bruce Gary. Η επιμονή της εταιρίας για πιο φιλικά προς το ραδιόφωνο τραγούδια, οδηγεί το συγκρότημα στο να ελαφρύνει τον ήχο στη δεύτερη πλευρά, χωρίς ωστόσο να χαθεί η ποιότητα των συνθέσεων. Αγαπημένα κομμάτια είναι το Humble, με το βαρύ riff και τον μονολιθικό ρυθμό του, το Keep On, με ένα πιο funky στυλ αλλά εξίσου heavy σε παίξιμο και το Idealist Realist, ένα σκοτεινό και βαρύ κομμάτι με τον θεϊκό στίχο "No matter what we try to seek, it will not come and kiss our cheek". Ο δίσκος περιέχει και την διασκευή στο No Sugar Tonight των Guess Who και κλείνει με το όμορφο Bow To The King, φόρος τιμής της μπάντας στον Mohammed Ali. Προσωπικά θεωρώ αυτή την δεύτερη κυκλοφορια εξίσου καλή με την πρώτη και φανερώνει ένα συγκρότημα σε καλή κατάσταση παρόλη την πίεση που δεχόταν για να ελαφρύνει τον ήχο του.

                                        

Η οποία πίεση φαίνεται ότι τελικά κατάφερε τους Bang να γράψουν πιο μελωδικά και radio friendly κομμάτια για την τρίτη και τελευταία τους κυκλοφορία για την δεκαετία του 1970, το Music, το οποίο βγήκε στις αγορές στα μέσα του 1973. Συν τοις άλλοις, η ποιότητα των συνθέσεων έχει πέσει και τα τραγούδια, παρότι έχουν καθαρά εμπορική διάθεση, δεν καταφέρνουν να τραβήξουν το ενδιαφέρον του ακροατή. Μεγάλο μειονέκτημα επίσης είναι και το γεγονός ότι αν και μικρά σε διάρκεια, πολλά κομμάτια τελειώνουν με ένα απότομο fade out που δίνει έντονα την αίσθηση της ανολοκλήρωτης σύνθεσης. Έστω κι έτσι όμως, το Music είναι ένας καλός δίσκος μέσα από τον οποίο ξεχωρίζουν τα Glad You're Home, Love Sonnet και Pearl and Her Ladies. Το γεγονός ότι οι Bang δεν κατάφεραν με αυτή την αλλαγή στον ήχο τους να κάνουν επιτυχία, οδήγησε την Capitol στο να τους αποδεσμεύσει, αφού πρώτα κυκλοφόρησε τo single τους Feels Nice / Slow Down, με επακόλουθο την διάλυσή τους μερικούς μήνες αργότερα.

                                       

Το 1996, το τρίο επανήλθε δισκογραφικά με το Return To Zer0 του 1999 και το πιο metal ηχητικά, The Maze, του 2004. Η Rise Above Records του Lee Dorian, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά  το 2011 και επισήμως τις ηχογραφήσεις του 1971 με τον ίδιο τίτλο, Death Of A Country. Τον Φεβρουάριο του 2014 το συγκρότημα ανακοίνωσε την επιστροφή του, χωρίς να έχει διευκρινιστεί αν πρόκειται για live εμφανίσεις ή για καινούργιες ηχογραφήσεις.

                                       


By Pijo



0 comments :

Post a Comment

_ __ ___ _
TuneIn: