Featured Post

26 November 2015

[The 60's-70's Vault] 1971 In Music - Part 3: Australia


      Μετά τις δύο ευρωπαϊκές χώρες του αφιερώματος, ταξιδεύουμε χιλιάδες μίλια και φτάνουμε στην Αυστραλία, τον επόμενο σταθμό για τις καλύτερες underground κυκλοφορίες του 1971. Μία χώρα με καλή παράδοση σε όλα τα είδη, θα εκπροσωπηθεί από τρεις διαφορετικές πόλεις της με τρεις πολύ καλές δουλειές. 


      Οι Blackfeather σχηματίστηκαν στο Σίδνεϊ τον Απρίλιο του 1970 με αρχικά μέλη τους Neale Johns στα φωνητικά, John Robinson στις κιθάρες, Mike McCormack στα τύμπανα και Leith Corbett στο μπάσο. Μετά από αλλαγές οι McCormack και Corbett αντικαταστάθηκαν από τους Alexander Kash και Robert Fortesque. Το συγκρότημα έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές στο rock κοινό της Αυστραλίας μετά τα συνεχή live σε Σίδνεϊ και Μελβούρνη, έχοντας ως αποτέλεσμα να υπογράψουν στην Infinity Records, θυγατρική της μεγαλύτερης δισκογραφικής εταιρίας στην Ωκεανία, την Festival Records. 

      Τον Απρίλιο του 1971 κυκλοφορεί το ντεμπούτο τους με τίτλο At the Mountains of Madness και την αρκετά καλή παραγωγή επιμελήθηκε ο Richard Batchens μαζί με τον κιθαρίστα John Robinson. Εδώ συναντάμε φοβερό, από άποψη παξίματος και συνθέσεων, hard rock με ελάχιστα progressive rock στοιχεία και ψήγματα ψυχεδέλειας. Τα κομμάτια που απαρτίζουν τον δίσκο είναι έξι, ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι το κομμάτι Seasons of Change δόθηκε για ηχογράφηση στους Fraternity, μπάντα στην οποία τραγουδούσε ο Bon Scott, με σκοπό την κυκλοφορία του ως single. 

      Ο δίσκος ξεκινάει ιδανικά με το At the Mountains of Madness, το οποίο λειτουργεί ως πρόλογος για την συνέχεια με το On This Day That I Die και το προαναφερθέν και πιο μελωδικό σημείο του δίσκου, το Seasons of Change. Το Mangos Theme είναι ένα ολοκληρωμένο instrumental με την συμμετοχή πλήκτρων και βιολιών, το oποίο ακολουθείται από το βαρύ Long Legged Lovely. Για τελευταίο κομμάτι η μπάντα μας δίνει το 14λεπτο The Rat (Suite) στο οποίο παρελαύνουν αρκετά είδη, παίζεται μέχρι και η αρχή του κλασικού Malaguena, κλείνοντας έναν άψογο δίσκο. 

      Η συνέχεια τούς βρίσκει να κυκλοφορούν άλλον ένα album το 1972, χωρίς την παρουσία κιθάρας, πριν χαθούν για πολλά χρόνια λόγω των πάρα πολλών αλλαγών στο line up και των μουσικών διαφορών που είχαν τα μέλη τους κάθε φορά. Το At the Mountains of Madness όμως θα μείνει για πάντα ως μία από τις καλύτερες κυκλοφορίες που μας έδωσε η Αυστραλία.



      Η συνέχεια του αφιερώματος έχει να κάνει με τους The Masters Apprentices οι οποίοι δημιουργήθηκαν το 1965 στην Αδελαΐδα με κύριο εκφραστή τους τον Jim Keays στα φωνητικά και την κιθάρα. Στους δύο πρώτους δίσκους επικρατεί ο garage rock ήχος ενώ στην τρίτη τους κυκλοφορία το 1971 με τίτλο Choice Cuts, το συγκρότημα στρέφεται στο hard rock και το heavy psych με μεγάλη επιτυχία. Λόγω της σχετικής επιτυχίας των προηγούμενων χρόνων, το συγκρότημα υπογράφει στην τεράστια ΕΜΙ και μετακομίζει στο Λονδίνο και στα Abbey Road Studios για την ηχογράφηση του δίσκου, στα μέσα του 1970.

      Το αποτέλεσμα ήταν να βγει ένα τρομερό album με πολύ καλό ήχο, πράγμα αναμενόμενο αφού o παραγωγός και o μηχανικός ήχου είχαν δουλέψει με Beatles και Pink Floyd αντίστοιχα. Το εναρκτήριο κομμάτι Rio de Camero, με την συμμετοχή της όμορφης ακουστικής κιθάρας, γράφτηκε σε μία νύχτα καθώς ήθελαν ένα ακόμα για να συμπληρωθεί η διάρκεια του δίσκου. Το Easy To Lie ξεχωρίζει για το riff και τα ωραία σόλο της κιθάρας αποτελώντας ένα από τα βαρύτερα κομμάτια του δίσκου, όμως το πλέον ενδιαφέρον τραγούδι είναι το Our Friend Owsley Stanley III, το οποίο θυμίζει Jethro Tull όχι μόνο για την παρουσία του φλάουτου αλλά και για το γενικότερο παίξιμο. Επιπλέον, από τα πιο heavy κομμάτια στο Choice Cuts είναι το Song for a Lost Gypsy και είναι γραμμένο για τον Jimi Hendrix ο οποίος είχε βρεθεί νεκρός λίγες μέρες πριν. Οι αναφορές στα συγκεκριμένα κομμάτια είναι ενδεικτικές αφού γενικότερα δεν υστερεί κάποια σύνθεση.

      Το Choice Cuts είναι η καλύτερη κυκλοφορία των The Masters Apprentices και μαζί με το At the Mountains of Madness των Blackfeather όπως αναφέρθηκε, είναι μέσα στις καλύτερες κυκλοφορίες που έβγαλε ποτέ το τεράστιο αυτό νησί. 


      
      Το αφιέρωμα θα κλείσουν οι Chain, ένα blues rock συγκρότημα που δημιουργήθηκε στα τέλη του 1968 στην Μελβούρνη. Οι αλλαγές μελών ήταν πολύ συχνές στην αρχή, έτσι η σύνθεση που ηχογράφησε το πρώτο τους δίσκο το 1971 με τίτλο Toward the Blues ήταν οι Matt Taylor στα φωνητικά και την φυσαρμόνικα, Phil Manning στην κιθάρα, Barry "Big Goose" Sullivan στο μπάσο και Barry "Lil Goose" Harvey στα τύμπανα. Ο δίσκος βγήκε στην κυκλοφορία από την Infinity Records και γρήγορα έγινε γνωστός στους μουσικούς κύκλους με αποτέλεσμα οι Chain να ξεκινήσουν μία μεγάλη περιοδεία στις μεγάλες πόλεις της Αυστραλίας.

      Τα έξι συνολικά κομμάτια του Toward the Blues δεν παρεκκλίνουν στο στυλ όπως ακριβώς αναφέρει και ο τίτλος. Το album ξεκινάει με δύο διασκευές, το 32/20 Blues του Robert Johnson και το Snatch It Back and Hold It του Junior Wells δείχνοντας την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει ο υπόλοιπος δίσκος. Jamming με εναλλαγές στα σόλο μεταξύ κιθάρας και φυσαρμόνικας συναντάμε στο 10λεπτο Boogie ενώ στο δεύτερο μισό του Albert Goose's Gonna Turn the Blues's Loose's υπάρχει ένα αρκετά καλό drum solo το οποίο ακούγεται ακόμα καλύτερο λόγω της καθαρής αλλά ταυτόχρονα δυνατής παραγωγής από την μπάντα και τον John Sayers. Το Black and Blue, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο single τους, κλείνει τον δίσκο όπως πρέπει και αρμόζει σε ένα blues συγκρότημα όπως οι Chain, οι οποίοι έμειναν ενεργοί κυκλοφορώντας αραιά δίσκους μέχρι πριν λίγα χρόνια.

      Όσοι αρέσκονται σε καλοπαιγμένο blues rock, με πάθος, mid-tempo ρυθμό και καθαρή παραγωγή, τότε οι Chain είναι ιδανικό άκουσμα και το Toward the Blues σίγουρα δεν υστερεί πουθενά σε σχέση με άλλους περισσότερο γνωστούς δίσκους του είδους. 


                                  

By Pijo


0 comments :

Post a Comment