13 July 2016

[Wood & Voltage] Η Ιστορία της Ηλεκτρικής Κιθάρας (Μερος 1ο)


"Κουμπώνεις βύσμα, χαμηλώνεις σε Drop-D, Big Muff ενεργό, και εκατοντάδες κεφάλια πάλλονται στις ταλαντώσεις από τα 12άρια Celestion του Mesa Boogie σου. Πως έφτασες όμως ως εδώ; 'Η μάλλον ποιος σε έφτασε ως εδώ; 'Εχεις ακουστά για την φαμίλια του Σταθόπουλου; Θα γνωρίζαμε τα μπάσα Rickenbacker  εάν δεν υπήρχε ο Beauchamp; Τι πραγματικά ήταν ο Lester Polfus; Που κολλάει ο Tesla και ο Faraday με τον Leo Fender, που δεν ήξερε ούτε καν να κουρδίζει;  Και πέρα από τις ιστορίες. Τώρα. Λάμπα ή Τρανζίστορ; Rosewood η Έβενος; Μονοπήνιος ή humbucker μαγνήτης; Ακρυλικό βερνίκι, Νίτρου ή Λάδι; Με κάτι τέτοια θα φλυαρούμε σε αυτή τη στήλη. Ό,τι  νομίζω ότι ξέρω, θα το πετάω εδώ, στο Downtuned Magazine. Όχι εν είδει αυθεντίας, εν είδει υποστήριξης της αυτομόρφωσης και της DIY σκηνής. Και εν τέλει, πίσω από κάθε riff κρύβεται μια τεχνογνωσία και μια ιστορία πολλών αιώνων, και μας αξίζει λίγη περισσότερη ανατριχίλα σε κάθε live."

Η Ιστορία της Ηλεκτρικής Κιθάρας (Μερος 1ο)
 Από τις ηχητικές στις ηλεκτρικές ταλαντώσεις 
Ένας αιώνας ιστορίας σε ένα πάγκο.  Η Les Paul του Billy (Jaw Bones), μαζί με την πλάτη μιας  ρεμπετοκιθάρας κατασκευής Σταθόπουλου, γύρω στο 1905.
Ένας αιώνας ιστορίας σε ένα πάγκο.
Η Les Paul του Billy (Jaw Bones), μαζί με την πλάτη μιας
ρεμπετοκιθάρας κατασκευής Σταθόπουλου, γύρω στο 1905.

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα, βάλε στα όργανα φωτιά... (Μέρος 1ο)


Σε αυτό το πρώτο άρθρο λοιπόν, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω την ιστορική πορεία του ηλεκτρικού ρεύματος με τα έγχορδα όργανα. Θα έλεγα της κιθάρας, αλλά θα ήταν αδικία για τους φίλους μας μπασίστες και λοιπούς έγχορδους, καθώς όλα στις ίδιες αρχές βασίζονται.
Το προξενιό του ηλεκτρισμού με τα έγχορδα όργανα είχε αρχίσει να γίνεται πριν τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά για τα πρώτα πειράματα υπάρχει αρκετή σύγχιση. Ευτυχώς στις μέρες μας, με την διευκόλυνση της επικοινωνίας και την πρόοδο της τεχνολογίας, πολλά γεγονότα αυτής της αρχαιολογίας αρχίζουν τεκμηριώνονται και βρίσκουν μια λογική χρονολογική συσχέτιση και σειρά. Από το 1910 λοιπόν, φαίνεται ότι κάποιοι μερακλήδες αρχίζουν και πειραματίζονται με τοποθετήσεις πομπών τηλεφώνου μέσα σε έγχορδα όργανα, κυρίως στα μπάντζο και τα βιολιά. Το 1920, ερασιτέχνες μουσικοί αρχίζουν να τοποθετούν μικρόφωνα άνθρακος στις γέφυρες των οργάνων, όμως εξαιτίας του σημείου της τοποθέτησης, το σήμα που λάμβαναν ήταν αρκετά ασθενές.

Την ίδια περίοδο αναπτύσσεται και διαδίδεται μια νέα τεχνολογία, το ραδιόφωνο, και μερικά χρόνια αργότερα, το 1924, τα κωνικά ηχεία τελειοποιούνται όσο αφορά το εύρος των ακουστικών συχνοτήτων, και το 1927 ο Harold Stephen Black βελτιώνει τους λαμπάτους ενισχυτές επινοώντας το NFB (Negative Feedback). Εξαιτίας του πλήθους των ανθρώπων που πειραματίζονταν με την ηλεκτροενίσχυση των εγχόρδων μουσικών οργάνων, από το 1920 έως και τις αρχές του 1930, έχουμε αρκετούς να ισχυρίζονται ότι δημιούργησαν την πρώτη ηλεκτρική κιθάρα. Ο Lester Polfuss, ο αγαπημένος μας Les Paul, θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος που ενίσχυσε τον ήχο μιας κιθάρας, χρησιμοποιώντας μια κεφαλή φωνογράφου. 

Ο Lloyd A. Loar, με τη βοήθεια του Lewis Williams, γενικού διευθυντή εκείνης της εποχής στην εταιρεία Gibson, και πρωτοπόρου στον τομέα της αναπαραγωγής του ήχου και του σχεδιασμού ηχείων, διεξήγαγε μια συστηματική εργαστηριακή έρευνα ώστε να παραχθεί ένα προϊόν, με σκοπό να διοχετευθεί στην αγορά, στοχεύοντας τους επαγγελματίες μουσικούς. Ο Loar, ο σχεδιαστής της σειράς μουσικών οργάνων F της Gibson, συμπεριλαμβανομένης και της εξαιρετικής κιθάρας L-5 και του εξίσου εκτιμώμενου μαντολίνου F-5, ήταν ένας σταθερός οπαδός της δυνατότητας αλλά και της αναγκαιότητας για την παραγωγή ηλεκτροενισχυμένων οργάνων, και οι εργασίες του δεσμεύτηκαν σε αυτόν τον οραματισμό.
Ο Lloyd Loar
Ο Lloyd Loar
Δυστυχώς όμως, βρίσκεται σε μια περίοδο όπου δεν υπήρχε ζήτηση για τέτοια όργανα, έτσι η Gibson αποφάσισε να σταματήσει τα πειράματα. Κατά συνέπεια ο Williams το 1923 και ο Loar το 1924, παραιτήθηκαν από την Gibson, και αρκετά αργότερα, το 1933, ίδρυσαν την Vivitone Company, που παρήγαγε κυρίως ηλεκτρικά όργανα.

Για να κατανοηθεί η δυσκολία της διάδοσης των ηλεκτρικών οργάνων την περίοδο του 1930, ας αναλογιστούμε ότι μια απλή ιδέα για την εποχή μας, ότι ένα ηχητικό ντοκουμέντο μπορεί να καταγραφεί και να αποθηκευτεί, ήταν ένα πρόσφατο επίτευγμα για την εποχή εκείνη και η διάχυση του ήχου με ηλεκτρικά μέσα ήταν ακόμα στα σπάργανα.  Ήταν μόλις το 1887, όταν ο Thomas Edison παρουσίασε την πρώτη μηχανή στην οποία ένας ήχος μπορούσε να καταγραφεί σε ένα μέσο και να αναπαραχθεί ξανά, του φωνογράφου. Η πρώτη έκδοση δούλευε με καταγραφικούς κυλίνδρους με δύο ή τρία λεπτά χωρητικότητα, αλλά δεν υπήρχαν συστήματα ηχητικής διάχυσης και ο μόνος τρόπος για να ακουστεί ήταν μέσω ενός κέρατος αναπαραγωγής.

Η σύνδεση του ηλεκτρισμού με τα μουσικά όργανα, από κάθε σκοπιά, φαινόταν ακόμη ως επιστημονική φαντασία. Το σύστημα ηλεκτροενίσχυσης των  Loar και William, το επονομαζόμενο Gibson Prototype, είναι ένα εξάρτημα από φύλλα χαλκού, στην διάσταση ενός νομίσματος και προστατευμένο από ένα κέλυφος φτιαγμένο από βακελίτη. Τα δύο λεπτά φύλλα, αντίκρυ το ένα από το άλλο, πάλλονται, κι έτσι επειδή αυξομειώνεται η απόσταση μεταξύ τους συνεχώς, προκαλείται μια μεταβολή στην ηλεκτρική χωρητικότητά τους. Η διεργασία αυτή προκαλεί μια εναλλασσόμενη τάση, η διαμόρφωση της οποίας σχετίζεται με τα ηχητικά κύματα που λαμβάνει το σύστημα. Στη συνέχεια, αυτό το ηλεκτρικό σήμα στέλνεται σε έναν ενισχυτή, και μέσω ενός μεγαφώνου τα ηχητικά κύματα αναπαράγονται αυξάνοντας την ηχητική τους στάθμη. Ηλεκτρόδια ελέγχουν το ρεύμα που παράγεται, διότι είναι απαραίτητο τα φύλλα να είναι μονίμως ηλεκτρικά φορτισμένα ώστε να έχουν μια μόνιμα διατηρούμενη τάση.

Μοιάζει πολύ με τα σύγχρονα μικρόφωνα επαφής (contact mics), όπως αυτά που κατασκευάζονται από τις εταιρείες Barcus-Berry και DiMarzio. Και στο  σύστημα Gibson prototype αλλά και στα σημερινά μικρόφωνα επαφής, η κεφαλή εφαρμόζεται στο καπάκι του οργάνου. Όμως, αντί να είναι στην εξωτερική επιφάνεια, όπως γίνεται με τα μοντέρνα μικρόφωνα επαφής, ήταν κολλημένη εσωτερικά, με τη φωλιά εξόδου (output) στο πίσω μέρος του οργάνου, όπου ήταν ένας συνδυασμός της υποδοχής του βύσματος και του κουμπιού για τη συγκράτηση της ζώνης (strap-holder). Η κεφαλή ωστόσο, ήταν υπερβολικά ευαίσθητη στην υγρασία και είχει πολύ υψηλή εμπέδηση, αναγκάζοντας έτσι τη χρήση πολύ κοντών καλωδίων με σκοπό την αποφυγή εκφυλισμού του σήματος. Αυτό δείχνει να εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, την αποτυχία του Loar. Ο οραματισμός ήταν σωστός, αλλά η διαθέσιμη τεχνολογία δεν μπορούσε ακόμα να εξυπηρετήσει τους στόχους του..

Ο Adolph Rickenbacher, το 1925 ίδρυσε την Rickenbacker Manufacturing Company, και κατασκεύασε τα μεταλλικά σώματα των κιθαρών National το 1927. Με τους αδερφούς Dopyera,  ιδρυτές της εταιρείας Dobro Co. όπου κατασκεύαζαν τις μεταλλικές κιθάρες Resonator, θα συνεργαστεί ο George Beuchamp, ένας άψογος κιθαρίστας, ειδικά του χαβανέζικου στυλ. Το κύριο ενδιαφέρον του George ήταν τα πειράματα για την ηλεκτροενίσχυση της κιθάρας.  Οι αδερφοί Dopyera όμως δεν ένιωθαν και πολύ τις απόψεις του, και το 1930 θα μείνει εκτός της εταιρείας. Το 1929, η Stromberg-Voisinet, πρόσφερε ενισχυτές και αρκετά όργανα ενισχυόμενα από μια κεφαλή που λάμβανε άμεσα τις δονήσεις από το καπάκι. Αυτά τα συστήματα ήταν λιγότερο αποδοτικά από το μοντέλο του Rickenbacker που θα δούμε αμέσως παρακάτω, το οποίο ακουγόταν σίγουρα λιγότερο ακουστικά, αλλά πιο δυνατά και αποδοτικά. 
Τα μέρη μιας σύγχρονης  κεφαλής humbucker
Τα μέρη μιας σύγχρονης
κεφαλής humbucker
Το 1931 λοιπόν, ο κύριος Adolph Rickenbacker  επέτρεψε στον Beauchamp να διεξάγει πειράματα στο εργαστήριό του, με τον Paul Barth, για την ανάπτυξη μιας μαγνητικής κεφαλής κατάλληλης για την ενίσχυση της κιθάρας. (Με τον όρο μαγνητική κεφαλή στο εξής θα νοείται η συσκευή που βρίσκεται στα ηλεκτρικά όργανα γνωστή με το όνομα μαγνήτης, καθώς θεωρείται ποιο δόκιμος όρος σύμφωνα με τον μουσικολόγο Ulrich Michels, αλλά και για να γίνεται διαχωρισμός από τον μαγνήτη σαν υλικό με μαγνητικές ιδιότητες) Μαζί ίδρυσαν την Ro-Pat-In Corporation, που αργότερα μετονομάστηκε σε Rickenbacker Electro, κι έπειτα από μια μακρά έρευνα, μια παντελώς νέα μαγνητική κεφαλή δημιουργήθηκε.
 
Στην έκδοση του Rickenbacker, το πηνίο είναι κάτω από τις χορδές, ενώ δύο μαγνήτες, με  μια μέτρια ελκτική δύναμη, εκτείνονται πάνω από αυτές σε ένα σχηματισμό όμοιο με πέταλο· εξ’ αυτού και το παρωνύμιο «horseshoe» που δόθηκε σε αυτόν. Έξι κυλινδρικά πέδιλα πόλων (polepieces) μέσα  στο πηνίο καθοδηγούν τη μαγνητική ροή προς τις χορδές. Λιγότερο ευπαθή από τα πυκνωτικά μοντέλα, η μαγνητική κεφαλή βάζει την Rickenbacker στο σωστό δρόμο. Η αρχή λειτουργίας σε αυτό το μοντέλο, είναι η ίδια με αυτήν που βασίζονται ακόμα και σήμερα οι μαγνητικές κεφαλές, κάτι που καθιστά τη συσκευή του Rickenbacker ως την πρώτη σύγχρονη μαγνητική κεφαλή.
Από τον κατάλογο της Rickenacker του 1931
Από τον κατάλογο της Rickenacker του 1931
Η  πρότυπη δοκιμαστική κιθάρα στην οποία εφαρμόστηκε η μαγνητική κεφαλή, ήταν μια lap steel, φτιαγμένη από ξύλο, αλλά τα μοντέλα της παραγωγής ήταν εξ’ ολοκλήρου φτιαγμένα από αλουμίνιο, και είχαν ένα κούφιο βραχίονα, που αργότερα γεμίστηκε με εφημερίδες για να βελτιωθεί ο ήχος. Το αλουμίνιο αποδείχτηκε πολύ ευαίσθητο στις αλλαγές της θερμοκρασίας και αντικαταστάθηκε από το βακελίτη, ενώ, για ακόμα μια φορά, μερικά όργανα κατασκευάστηκαν από ξύλο. Κυκλοφόρησε το 1931, με τον κωδικό Α-22, φέροντας το παρωνύμιο από την πρωτότυπη, "Frying pan", δηλαδή τηγάνι, εξαιτίας του σχήματός της. Δεν ήταν μια άμεση επιτυχία, αλλά μετά από δυο χρόνια οι πωλήσεις αυξήθηκαν. Ο Beauchamp έκανε αίτηση για την πατέντα το 1932, αλλά αυτή αποκτήθηκε μόλις το 1937, γεγονός που ευνόησε τον πολλαπλασιασμό των κλεψίτυπων αντιγραφών, και δικηγόροι επιστρατεύτηκαν ώστε να προστατεύσουν το προϊόν από απομιμήσεις.

Rickenbacker A-22 "Frypan"
Ο Rickenbacker κατασκεύασε και τους ενισχυτές για την κιθάρα, οι οποίοι ήταν πολύ όμοιοι σχεδιαστικά με τα ραδιόφωνα της εποχής. Κάποια βιομηχανία γύρω από τους ενισχυτές, δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί, κι όλοι οι κατασκευαστές παρήγαγαν όργανα με ενισχυτές που φτιάχνονταν κατά αποκλειστικότητα για τα όργανά τους. Στην Epiphone για παράδειγμα, φτιάχνονταν από τον Nat Daniel, που αργότερα έγινε διάσημος με τη δική του εταιρεία, την Danelectro. Επιπλέον, επηρεάστηκε από την ανάπτυξη στον ηχητικό εξοπλισμό που χρησιμοποιούνταν στη νέα βιομηχανία του κινηματογράφου, η οποία εξελισσόταν ραγδαία στο γειτονικό Hollywood. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να δημιουργεί έκπληξη ότι οι πιο σημαντικοί lap steel εκτελεστές ήταν επαγγελματίες που δούλευαν σε soundtrack εξωτικών ταινιών.  Την πρώτη τεκμηριωμένη παράσταση με μια ηλεκτρικά ενισχυμένη κιθάρα την έχουμε το 1932, από τον Gage Brewer με μια «Frypan». Τις πρώτες ηχογραφήσεις ηλεκτροενισχυμένου εγχόρδου μουσικού οργάνου, τις βρίσκουμε στο 1933, ξανά από τον ίδιο.
 
Η πρώτη ηχογράφηση ηλεκτρικών εγχόρδων
 Επίσης όπως προαναφέραμε, το 1933 δημιουργείται και η Vivitone Company. Στην παραγωγή της συμπεριλαμβάνονταν μια πρότυπη κιθάρα, - η οποία μάλιστα αναφέρεται ως η πρώτη συμπαγούς σώματος κιθάρα (solid body guitar), καθώς κι ένα ηλεκτρικό πιάνο. Ο ενισχυτής που συνόδευε το πιάνο ήταν αρκετά καινοτόμος, με μια εντυπωσιακή ισχύ 33 watt, ενώ η συνηθισμένη ισχύ εκείνον τον καιρό ήταν περίπου 3 watt. Αυτά τα όργανα, ωστόσο, θεωρούνταν αρκετά εκκεντρικά από τους σύγχρονους οργανοπαίκτες, και η Vivitone βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ανέλπιστη εμπορική αποτυχία.


 
Η κιθάρα της Vivitone

Ο Bob Dunn, μέλος του συγκροτήματος Milton’s Brown Musical Brownies, με τις ηχογραφήσεις του τον Ιανουάριο του 1935 στην εταιρεία Decca, εισάγει την ηλεκτρική χαβανέζικη κιθάρα στη δυτική μουσική Swing, διαχωρίζοντας το όργανο σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από τη χαβανέζικη μουσική και κατευθύνοντάς το προς την Jazz και τα Blues.
Η Rickenbacker Spanish Guitar
Η Rickenbacker Spanish Guitar
Κατά τη διάρκεια του 1930, στην Rickenbacker Electro, κατασκευάζεται ένα όργανο νέου σχήματος, όμοιο με αυτό μιας συνηθισμένης σύγχρονης κιθάρας, αλλά μικρότερο, που υποκατέστησε το στρόγγυλο σχήμα των πρώτων lap steel. Το μοντέλο, που ονομάστηκε απλά Spanish Guitar, προστέθηκε στη σειρά, και για πολλούς, ήταν η πρώτη συμπαγής κιθάρα που παράχθηκε. Το σώμα του οργάνου ήταν από βακελίτη, καθώς το αλουμίνιο είχε πια εντελώς εγκαταλειφθεί. Η Spanish Guitar ήταν λίγο μεγαλύτερη από μια lap-steel, μερικώς κούφια για μείωση βάρους, όπως ακριβώς συμβαίνει και σε μερικά σύγχρονα συμπαγούς σώματος μοντέλα. Έφερε μια μαγνητική κεφαλή horseshoe, και έναν κανονικά στρογγυλεμένο βραχίονα. Με την προσπάθεια για τη διατήρηση ενός λογικού βάρους, το σώμα ήταν πολύ μικρό, και καθώς το ίδιο υλικό κατασκευής χρησιμοποιούνταν και για τις μπάλες του bowling, οι μουσικοί δεν έπαιρναν την κιθάρα σοβαρά, καθώς έμοιαζε με παιχνίδι που ήταν ακατάλληλο για έναν επαγγελματία μουσικό. Παρ’ όλα αυτά, όμως, οι περισσότεροι εκτελεστές έβρισκαν τη νέα Rickenbacker αρκετά βαριά.


Η μαγνητική κεφαλή horseshoe
Η μαγνητική κεφαλή horseshoe
Η μαγνητική κεφαλή επίσης πωλούνταν σε διαφορετικές εκδόσεις, ως αντικείμενο ξεχωριστής αγοράς. Ένα λεπτότερο μοντέλο σχεδιάστηκε για την ενίσχυση της ακουστικής archtop κιθάρας, το οποίο ήταν εύκολα προσθαφαιρούμενο αν κάποιος το επιθυμούσε. Η επιτυχία οδήγησε στην απομίμηση, και η μαγνητική κεφαλή της Rickenbacker Electro  σύντομα αντιγράφθηκε από άλλους κατασκευαστές.  Πιστεύεται ότι μόνο η Epiphone πλήρωσε για τα πνευματικά δικαιώματα ευρεσιτεχνίας για να παραγάγει μια όμοια μονάδα, προτού σχεδιάσει το δικό της μοντέλο το 1937. 


O Charlie Christian με μια Gibson ES-250, η οποία  φέρει την κεφαλή που δανείστηκε το όνομά του
O Charlie Christian με μια Gibson ES-250, η οποία
φέρει την κεφαλή που δανείστηκε το όνομά του
Ένας από τους πρώτους υποστηρικτές της ηλεκτρικής Spanish κιθάρας ήταν ο κιθαρίστας της Jazz George Barnes, που χρησιμοποίησε αυτό το όργανο για να ηχογραφήσει δυο τραγούδια την 1 Μαρτίου του 1938 στο Σικάγο· τα "Sweetheart Land" και "It’s a Low-Down Dirty Shame". Ο Barnes χρησιμοποίησε μια κιθάρα η οποία είχε μια μαγνητική κεφαλή και έναν ενισχυτή κατασκευασμένα από τον αδερφό του. Υπάρχουν αρκετοί, ακόμα και στην βιβλιογραφία, όπου λανθασμένα αποδίδουν την πρώτη ηχογράφηση στον Eddie Durham, ο οποίος τελικά ηχογράφησε μόλις 15 μέρες αργότερα, με την μπάντα Kansas City Five, χρησιμοποιώντας μια κιθάρα Gibson ES-150. Επίσης, ο Durham γνώρισε το όργανο στο νεαρό τότε Charlie Christian, ο οποίος έκανε σκοπό της ζωής του να διαδώσει το όργανο στους κιθαρίστες εκείνης της εποχής.

Το απόρρητο όσον αφορά στα τεχνικά χαρακτηριστικά των μαγνητικών κεφαλών, έφτασε σε ένα βαθμό στον οποίο κάποιοι κατασκευαστές, συνήθιζαν να εμβαπτίζουν το πηνίο σε κερί ή μαύρο βερνίκι. Αυτό δε γινόταν για να εμποδίσουν την ανάδραση (feedback), η οποία ήταν ο λόγος που κερώνονταν αργότερα και μέχρι τις μέρες μας. Αυτό ήταν ακόμα ένα ανύπαρκτο πρόβλημα με τους χαμηλής ισχύος ενισχυτές της εποχής. Αυτή η τεχνική χρησιμοποιήθηκε για να αποκρύψουν πληροφορίες από ανταγωνιστές όσον αφορά στο τι είδους σύρμα και πόσες περιελίξεις χρησιμοποιούνταν.

Ακόμα και μετά τις χρυσές εποχές της lap-steel κιθάρας, η «Horseshoe» μαγνητική κεφαλή συνέχισε να χρησιμοποιείται στις κιθάρες και τα μπάσα, μέχρι τη δεκαετία του ‘60, όταν η τιμή για το βολφράμιο, το υλικό που χρησιμοποιούνταν για τους μαγνήτες, έφτασε πολύ ψηλά, ώστε να μην μπορεί να παραχθεί ανταγωνιστικά. Το μαγνητικό πεδίο των μαγνητικών κεφαλών που περιέβαλε τις χορδές ήταν σχετικά αδύναμο, και με ένα φαρδύτερο μαγνητικό παράθυρο (το μαγνητικό παράθυρο θα αναλυθεί σε διαφορετικό άρθρο) σε σχέση με τις περισσότερες μονού πηνίου (single coil) κεφαλές. Αυτό παρήγαγε έναν καθαρό αλλά γεμάτο ήχο, ακόμα και στη συνήθη θέση, που ήταν κοντά στη γέφυρα του οργάνου. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που φέρει ακόμα υψηλή εκτίμηση από πολλούς οργανοπαίκτες.


Από τον κατάλογο της Vega
Από τον κατάλογο της Vega
Μερικές φορές τα αποτελέσματα ήταν ασυνήθιστα, όπως με ένα μοντέλο της Slingerland, το οποίο αντί για απλά πέδιλα πόλων όπως στον Rickenbacker, στη θέση τους είχε μαγνήτες στο πηνίο, και η μαγνητική παρεμβολή ανάμεσα σε αυτούς και τους μεγάλους μαγνήτες «horseshoe» δημιουργούσε έναν  ήχο «vibrato». Το 1939 η Vega παρήγαγε μια έκδοση με δύο εκτός φάσης πηνία, δημιουργώντας την πρώτη humbucking  μαγνητική κεφαλή, αν και με διαφορετική κατασκευή από αυτήν που χρησιμοποιήθηκε και καθιερώθηκε από την Gibson το 1957. Η lap-steel είχε γίνει πια «μοντέρνα», και οι πωλήσεις των οργάνων της Rickenbacker, National, Supro και Epiphone, επισκίασαν αυτές των resophonic κιθάρων. Κάπως έτσι, έγινε αδύνατο για την Gibson να αγνοήσει το ηλεκτρικό όργανο. Το 1932 ακόμα και η Dobro εισήγαγε μια ενισχυόμενη κιθάρα.

H Gibson βασίστηκε στην εμπειρία της ηλεκτροενίσχυσης που διέθετε μια εταιρεία από το Chicago, η Lyon & Healy, αναθέτοντας στον μηχανικό της John Kutalek την εργασία για τον σχεδιασμό μιας μαγνητικής κεφαλής, με τη βοήθεια του Alvino Rey, ενός διάσημου lap-steel κιθαρίστα. Μετά από αρκετούς μήνες έρευνας, ένα κατάλληλα εμπορεύσιμο σχέδιο δεν ήταν ακόμα διαθέσιμο, και η Gibson αποφάσισε να βρει μια λύση μόνη της. Ο υπάλληλος της Walter Fuller, ειδικός στα ηλεκτρονικά, ζητήθηκε για να λύσει το θέμα.

Το αποτέλεσμα ήταν μια μαγνητική κεφαλή δομημένη πολύ διαφορετικά από το σχέδιο του Beauchamp· Πειθαρχημένο σύμφωνα με την επιθυμία της Gibson για να αποφύγει την παραβίαση της πατέντας του Rickenbacker. Το μαγνητικό πεδίο της μαγνητικής κεφαλής δημιουργούνταν από δύο μαγνητικές μπάρες, με τους αντιτιθέμενους πόλους στις κοντύτερες πλευρές. Η νότια άγγιζε ένα πέδιλο πόλου με μορφή λεπίδας, γύρω από το οποίο ήταν περιελιγμένο το πηνίο, και ως εκ τούτου μετέφερε το μαγνητικό πεδίο προς τις χορδές. Μαγνήτες ατσαλιού και νικελίου χρησιμοποιούνταν επίσης μέχρι το 1937.


Η μαγνητική κεφαλή Charlie Christian
Η μαγνητική κεφαλή Charlie Christian
Ολοκληρώθηκε το 1935. Αυτή η κεφαλή χρησιμοποιούνταν στην αρχή στις αλουμινένιου σώματος lap steel κιθάρες της Gibson, και μόλις το 1936 χρησιμοποιήθηκε σε μια archtop κιθάρα. Η έκδοση της archtop κιθάρας ήταν λίγο διαφορετική, με ένα πέδιλο πόλου σε μορφή λεπίδας αλλά χωρίς εγκοπές, και διέθετε τρεις βίδες με ελατήριο, ώστε να είναι δυνατή η ρύθμιση του ύψους της κεφαλής, και για να πλαγιάζει τους μαγνήτες κάτω από το καπάκι για μικρές τονικές αλλαγές. Οι μαγνήτες ήταν ελαφρώς μικρότεροι από αυτούς που χρησιμοποιούνταν στις lap steel κιθάρες.



Οι κιθάρες ES 150 και ES 250 της Gibson,  από τον κατάλογό της του 1939
Οι κιθάρες ES 150 και ES 250 της Gibson,
από τον κατάλογό της του 1939
Το 1940, παρουσιάστηκε η κιθάρα ES-250, ως η κορυφαία της σειράς της Gibson. Η κεφαλή αυτής της νέας έκδοσης, είχε έξι μεμονωμένες λεπίδες για πέδιλα πόλων, αντικαθιστώντας το ένα μακρύ. Ο κιθαρίστας Charlie Christian είχε έναν πολύ σημαντικό ρόλο και συνέβαλε ενεργά στη δημοτικότητα του νέου οργάνου, και οι μαγνητικές κεφαλές των κιθαρών ES-150 και ES-250 συνδέθηκαν με το όνομά του τόσο ισχυρά, που είναι ακόμα γνωστοί ως τα μοντέλα «Charlie Christian». Η καθαρή και διαυγής τονική ποιότητα αυτών των κεφαλών ήταν τόσο δημοφιλής, ειδικά από τους jazz εκτελεστές, που η Gibson ακόμα και το ΄60, πρόσφερε κατόπιν ειδικής παραγγελίας, μια έκδοση του αρχικού μοντέλου. Αν και αναμφίβολα, αυτή η μαγνητική κεφαλή σχεδιάστηκε από τον Walter Fuller, η πατέντα υπογράφθηκε από τον Guy Hart. Ο Hart, που ήταν ο γενικός διευθυντής της εταιρείας εκείνον τον καιρό, καθιέρωσε την Gibson ως το μοναδικό ιδιοκτήτη αυτού του σχεδιασμού, όπως ήταν η κοινή πρακτική εκείνα τα χρόνια.

Αυτό είναι το τέλος του πρώτου μέρους. Η ιστορία θα συνεχιστεί από αυτήν εδώ τη στήλη στο άμεσο μέλλον. Μη χαθούμε...








0 comments :

Post a Comment